Παρασκευή 6 ΙουνίουΕκθεσιακό Κέντρο, Κοίλα Κοζάνης
Πρόεδρος Σωματείου Ενέργειας ΔΕΗ
ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ
Οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της παραγωγικής αναδιάρθρωσης στην περιοχή της Κοζάνης
Φίλες και φίλοι
Πρωτοβουλίες σαν κι αυτή που πήρε σήμερα το Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, είναι αξιέπαινες και αποτελούν μια χαραμάδα αισιοδοξίας για την επιστροφή της πολιτικής και των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων στη συζήτηση για τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία.
Λυπάμαι που το λέω, αλλά πολύ φοβάμαι πως τελειώνοντας σήμερα και φεύγοντας από δω, όλοι θα έχουμε μια πικρή γεύση στο νου και στην ψυχή μας ότι τα είπαμε, τα ακούσαμε, διαπιστώσαμε, αναλύσαμε, αλλά δυστυχώς όλα αυτά ή σχεδόν όλα δεν θα τα μετουσιώσουμε σε ενέργεια, σε πράξη, σε λύση.
Φίλες και φίλοι
Ο Κοινωνικός Αποκλεισμός αποτελεί ένα από τα πλέον επώδυνα σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα.
Οι πρακτικές και οι σχέσεις που παράγουν και αναπαράγουν διακρίσεις και ανισότητες οδηγούν στη ρήξη του κοινωνικού ιστού και στην αποδιάρθρωση των σχέσεων αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης των κοινωνικών ομάδων.
Τι είναι όμως ο κοινωνικός αποκλεισμός;
Στο ερώτημα αυτό μια δυνητική επιλογή είναι να απαντήσουμε όχι με όρους κοινωνιολογίας, αλλά με την ατομική και προσωπική θεώρηση και τοποθέτηση του καθένα από εμάς.
Για παράδειγμα, εγώ με τον όρο ¨κοινωνικός αποκλεισμός¨ αντιλαμβάνομαι:
§ Την άνιση συμμετοχή στην κοινωνική ζωή
§ Την μαζική και μακροχρόνια ανεργία
§ Την υποαπασχόληση
§ Τα χαμηλά εισοδήματα
§ Τις εκπαιδευτικές ανισότητες
§ Τον εκπαιδευτικό αποκλεισμό
§ Τις ανισότητες στον τομέα της υγείας και της κατοικίας
§ Τις ρατσιστικές διακρίσεις
§ Τις δυσκολίες της κοινωνικής ένταξης απεξαρτημένων ατόμων και πρώην φυλακισμένων
§ Τα άτομα με ειδικές ανάγκες.
Ποιοι πλήττονται όμως από τον κοινωνικό αποκλεισμό;
Καταρχήν πλήττονται τα μεσαία και χαμηλά στρώματα της κοινωνίας, που εξαιτίας της οικονομικής αδυναμίας και της ακούσιας απουσίας τους από τα κέντρα διαχείρισης της εξουσίας, αδυνατούν να αναδείξουν παρεμβατικό ρόλο στον καταμερισμό της κοινωνικής και οικονομικής υπεραξίας.
Είναι φανερό, ότι οι κοινωνικές δομές του σύγχρονου κράτους, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί, δεν φαίνονται ικανές σήμερα να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού.
Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στο μοντέλο ανάπτυξης της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες, διακρίναμε μια σταθερή επιμονή σε μια μονοσήμαντη οικονομική δραστηριότητα, που αφορά το Νομό μας και την ευρύτερη Δυτ. Μακεδονία. Η στροφή στην εντατική εκμετάλλευση των λιγνιτών της περιοχής, δημιουργεί ένα οικονομικό status που επικαλύπτει κάθε άλλο οικονομικό και αναπτυξιακό πεδίο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ατονήσουν και να αδρανοποιηθούν οι άλλες οικονομικές δραστηριότητες της περιοχής, δηλαδή ο πρωτογενής τομέας, η μεταποίηση, το εμπόριο, ενώ οι κοινωνικές ομάδες που παραδοσιακά απασχολούνταν σε αυτές, κατευθύνθηκαν προς την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Δύο γενιές εργατικού δυναμικού και μια κοινωνία που στο σύνολό της προσβλέπει στη σταθερή εργασία και στους υψηλούς μισθούς της ΔΕΗ, είναι φυσικό να δημιουργήσουν ένα πλέγμα κοινωνικών συμπεριφορών που οδηγεί σε κοινωνικούς αποκλεισμούς. Έτσι η απουσία πρόβλεψης για νέες μορφές ανάπτυξης και οι επιπτώσεις του γεγονότος αυτού στην απασχόληση, με δεδομένο ότι η μεταλιγνιτική περίοδος είναι προ των πυλών, οδηγεί την περιοχή σε οικονομική καχεξία και σε ραγδαία αύξηση της ανεργίας.
Την ώρα που οι λιγνίτες συστηματικά απαξιώνονται και τα λεγόμενα συγκριτικά πλεονεκτήματα του Νομού, ως παραγωγικού κέντρου, απομειώνονται, η ανεργία και ιδιαίτερα η μακροχρόνια, παραμένει σταθερά το μείζον πρόβλημα της περιοχής.
Ταυτόχρονα οι οικονομικοί μετανάστες συνεχίζουν να έρχονται στη χώρα μας, η οποία από χώρα αποδημίας μετατράπηκε σε τόπο προορισμού έντονης μετανάστευσης, είτε νόμιμης είτε παράνομης, χωρίς να υπάρχουν οι υποδομές πλήρους και ισότιμης ένταξής τους στην αγορά εργασίας.
Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την έλλειψη επενδυτικής δραστηριότητας εξαιτίας και της μη ύπαρξης ουσιαστικών κινήτρων του αναπτυξιακού Νόμου, προκαλεί ένταση του φαινόμενου της ανεργίας.
Το γεγονός ότι η περιοχή κλήθηκε να πληρώσει το τίμημα της ανάδειξής της ως ενεργειακή καρδιά της χώρας είχε και παράπλευρες απώλειες. Οι αναπτυξιακοί Νόμοι που σχεδιάστηκαν, ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα δεν αναγνώρισαν την περιοχή ως προβληματική. Αποτέλεσμα ήταν να μην υπάρξουν ουσιαστικά κίνητρα που να προωθούν επενδύσεις.
Η έλλειψη λοιπόν επενδυτικής δραστηριότητας έλαβε τη μορφή επενδυτικής απραξίας και ακινησίας, αφού οι επενδύσεις προωθήθηκαν σε άλλες περιοχές της χώρας και πολλές παραγωγικές επιχειρήσεις βγήκαν εκτός συνόρων.
Έτσι, προϊούσης της αποβιομηχάνισης στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 και με το φαινόμενο της ανεργίας να διεκδικεί και να καταλαμβάνει την εθνική πρωτιά, οι εργασιακές σχέσεις αποκτούν τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά.
Καθώς η ΔΕΗ παραμένει η μεγαλύτερη βιομηχανική Επιχείρηση της χώρας και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος εργοδότης της περιοχής, είναι φυσικό να καθορίζει το είδος και την ποιότητα των εργασιακών σχέσεων.
Από τη στιγμή που η πολιτεία αποφάσισε ότι η ΔΕΗ πρέπει να αποποιηθεί τον δημόσιο και κοινωνικό της χαρακτήρα και να μετατραπεί σε μια Επιχείρηση που λειτουργεί με ιδιωτικά και οικονομικά κριτήρια, καταπίπτει ο μύθος της κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων.
Η ΔΕΗ σήμερα δεν προσλαμβάνει προσωπικό. Ουσιαστικές προσλήψεις που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της Επιχείρησης έχουν να γίνουν από την εποχή των απολυμένων της ΑΕΒΑΛ – ΜΑΒΕ – ΕΛΣΙ.
Η συνεχιζόμενη μείωση του τακτικού προσωπικού της Επιχείρησης, λόγω συνταξιοδοτήσεων, δημιουργεί επιτακτικές ανάγκες σε μόνιμες θέσεις εργασίας, που σύμφωνα με συντηρητικούς υπολογισμούς, με βάση τις απαιτήσεις των Διευθυντικών στελεχών, φτάνουν τις 2.000, τη στιγμή που περισσότεροι από 400 εργαζόμενοι θα αποχωρήσουν από την Επιχείρηση μέχρι το τέλος του έτους. Θέσεις εργασίας, που το Δ.Σ. της Επιχείρησης και κατ’ επέκταση η ίδια η πολιτεία αναπληρώνει με εργολάβους και εποχικό προσωπικό. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργεί στρατιές εργαζομένων με σχέσεις ¨μαύρης εργασίας¨ και μισθούς, προκλητικά άνισους με τα μέχρι σήμερα δεδομένα της Επιχείρησης.
Αυτή είναι μια σύγχρονη μορφή δουλεμπορίου και ένα εξαιρετικό παράδειγμα Ελλήνων πολιτών που αποκλείονται κοινωνικά, λόγω της άνισης αμοιβής και μεταχείρισής τους.
Γιατί όμως είναι κοινωνικά αποκλεισμένοι όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι;
Πρώτα απ’ όλα δεν είναι ουσιαστικά δική τους επιλογή να εργαστούν κάτω από αυτές τις συνθήκες και με τους συγκεκριμένους μισθούς. Εξαναγκάζονται να αποδεχτούν τους όρους που τους επιβάλλουν οι ανάδοχοι εργολάβοι της Επιχείρησης. Όροι που δεν έχουν καμία σχέση με τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα, αφού προσλαμβάνονται όλοι ως ανειδίκευτοι εργάτες χωρίς να αναγνωρίζεται η όποια προϋπηρεσία τους.
Όλες αυτές οι προσπάθειες μείωσης του κόστους εργασίας και αύξησης του επιχειρηματικού κέρδους με σκοπό τη διανομή του σε όλο και λιγότερους, επιφέρει εντάσεις, διαφωνίες και αντιδράσεις από τους κοινωνικά αποκλεισμένους. Όταν η υπεραξία της εργασίας μετατρέπεται συνεχώς σε πλούτο, που καταλήγει οπουδήποτε αλλού εκτός απ’ αυτούς που τον παράγουν, είναι φυσική εξέλιξη οι αντιδράσεις να παίρνουν ακραία μορφή.
Δύο παραδείγματα από το πρόσφατο παρελθόν:
Το ένα από το εξωτερικό και συγκεκριμένα από τη Γαλλία, όπου η καταπίεση και η περιθωριοποίηση κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων και κυρίως μεταναστών, οδήγησε σε μια αντίδραση που παραλίγο να πάρει τα χαρακτηριστικά της οργανωμένης επαναστατικής ανατροπής.
Το δεύτερο πιο πρόσφατο και από το εσωτερικό της χώρας, όπου οι συμπατριώτες μας κάτοικοι του Δήμου Ελλησπόντου, μετά από μια πολύχρονη και συστηματική προσπάθεια εξαπάτησής τους από την πολιτεία και αδιαφορίας για τον τρόπο που διαβιούν, αντιδρούν ακραία και υπερασπίζονται το δικαίωμά τους να εργαστούν και να προστατέψουν περιβαλλοντικά τον τόπο τους, με μεθόδους που ακροβατούν μεταξύ της έννομης τάξης και της παρανομίας.
Και στις δύο περιπτώσεις επενέβη η οργανωμένη κρατική βία και επέβαλλε την τάξη, έτσι όπως αυτή γίνεται αποδεκτή σήμερα, όχι από το σύνολο των πολιτών, αλλά από ένα μέρος αυτών, των οποίων και τα συμφέροντα υπερασπίζεται.
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς∙ είναι αυτή η τακτική που θα συναντάμε από δω και μπρος σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων, οι οποίες αποφασίζουν να διεκδικήσουν μερίδιο από την ανάπτυξη και την παραγωγή;
ή Μήπως έχουμε αποδεχτεί πλέον πως η κοινωνία των δύο τρίτων είναι το μοντέλο κοινωνικής ανάπτυξης του μέλλοντος; Και τι θα γίνει όταν αυτή μεταβληθεί σε κοινωνία του ενός δεύτερου ή πιθανά στο τέλος των ελάχιστων που θα καταφέρουν αργά, αλλά σταθερά να δημιουργούν όλο και περισσότερους κοινωνικά αποκλεισμένους, όλο και περισσότερους με χαμηλή ποιότητα εκπαίδευσης, όλο και πιο πολλούς που δεν θα έχουν πρόσβαση στην πολιτική ζωή, όλο και περισσότερους άνεργους, άστεγους, μετανάστες, ανθρώπους στα όρια της εξαθλίωσης;
Είναι φανερό πως η απάντηση στο παραπάνω, είναι ζήτημα ιδεολογικής προσέγγισης και προσπάθειας αποδοχής και επικράτησης πολιτικού συστήματος που να στέκεται απέναντι σ’ αυτήν την εξέλιξη.
Όσο οι κυρίαρχες πολιτικές τάσεις στον ευρωπαϊκό χώρο παραμένουν ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία και εναλλάσσονται αναπαράγοντας κοινωνικά αποκλεισμένους πολίτες, με μειωμένες πολιτικές και κοινωνικές ευθύνες, μερικώς εκπαιδευμένους, μερικώς αμειβόμενους, μερικώς συμμετέχοντες και μερικώς ασκούντες τα δικαιώματά τους, ΤΟΤΕ σε μερική θα εξελιχθεί και η δημοκρατία μας και θα φθαρεί μέχρι να αυτοκαταστραφεί !!!
